κύσθος

(I)
ο (Α κύσθος)
το γυναικείο αιδοίο.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. κύσθος < *qus-dho-, που αποτελεί πιθ. τη μηδενισμένη βαθμίδα (s)qu-s-, παρεκτεταμένη (με -s-) μορφή τής ΙΕ ρίζας (s)qeu- «σκεπάζω, καλύπτω» (πρβλ. και κεύθω), και επίθημα -θος (πρβλ. (κέλευ-θος). Η λ. συνδέεται με λατ. cunnus «γυναικείο αιδοίο» και πιθ. με ουαλ. cwthr «ορθόν, απευθυσμένο (έντερο»)].
————————
(II)
κύσθος, τὸ (Α)
πάπ. ονομασία ουσίας η οποία χρησιμοποιούνταν στη βαφική.
[ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ.].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • κύσθος — pudenda muliebria neut nom/voc/acc sg κύσθος pudenda muliebria masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κύσθον — κύσθος pudenda muliebria masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κύσθου — κύσθος pudenda muliebria masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κυσός — κυσός, ὁ (Α) 1. (κατά τον Ησύχ.) α) κύσθος, αιδοίο β) «πυγή» 2. κύστη. [ΕΤΥΜΟΛ. Παρλλ. τ. τής λ. κύσθος* (Ι)] …   Dictionary of Greek

  • χύστος — τὸ, Α ονομασία συστατικού από ένα θαλασσινό πορφυρού χρώματος. [ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Η λ. απαντά και με τη γρφ. κύσθος (βλ. λ. κύσθος [ΙΙ)] …   Dictionary of Greek

  • (s)keu-2, (s)keu̯ǝ : (s)kū- —     (s)keu 2, (s)keu̯ǝ : (s)kū     English meaning: to cover, wrap     Deutsche Übersetzung: “bedecken, umhũllen”     Material: O.Ind. skunüti, skunō ti, sküuti “bedeckt”; doubtful ku kūla “Hũlsen, armament, armor”, püṃ su kūla “Lumpenkleid …   Proto-Indo-European etymological dictionary

  • кишка — укр. кишка, польск. kiszkа кишка; колбаса , полаб. koisа почка . Вероятно, родственно др. инд. kōṣṭhas внутренности, кишки , kōṣas футляр, ножны , возм., также греч. κύστις мочевой пузырь, пузырь, (кузнечный) мех , κύσθος женские половые… …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • Latin profanity — is the profane, indecent, or impolite vocabulary of Latin, and its uses. The profane vocabulary of early Vulgar Latin was largely sexual and scatological: the abundance[1] of religious profanity found in some of the Romance languages is a… …   Wikipedia

  • γρόθος — και γρόνθος, ο (AM γρόνθος, Μ και γρόθος και γρόθθος) 1. η γροθιά 2. μέτρο μήκους μσν. το άκρο τού χεριού αρχ. πέτρα, προεξοχή στον τοίχο οικοδομής. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Πρόκειται πιθ. για νεώτερο σχηματισμό και παράλληλο τ. του πυξ «γροθιά» …   Dictionary of Greek

  • εύμασθος — εὔμασθος, ον (Μ) (για γυναίκα) αυτή που έχει ωραίους, καλοκαμωμένους μαστούς, ωραίο στήθος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + μασθός, υστερογενής τ. τού μαστός, αναλογικά πλασμένος προς άλλες ονομασίες μερών τού σώματος (πρβλ. βρόχθος, κύσθος, στήθος)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.